Κάποτε Η χρυσή ουσία έφεγγε στα σκοτεινά. Προχώρησε προς τα εκεί. Χρυσόσκονη πασπαλισμένη στον τοίχο. Μόλις ψηλάφησε την επιφάνεια, εκείνη υποχώρησε ελαφρά στο άγγιγμά του και αμέσως εγένετο φως.Εκείνος πετάχτηκε πίσω απ’ το ξάφνιασμα και κάλυψε τα μάτια του με τα χέρια του. Σιωπή, ησυχία. Πήρε τα χέρια του απ’ το πρόσωπό του. Είχε αρχίσει…